ευθυμογράφημα

το [ευθυμογραφώ]
1. εύθυμο, ευτράπελο ανάγνωσμα, ιδιαίτερα σε περιοδικό
2. ανόητο δημοσίευμα για σοβαρό θέμα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευθυμογράφημα — το, ατος αστείο, εύθυμο, ευχάριστο ανάγνωσμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευθυμογραφικός — ή, ό [ευθυμογραφία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ευθυμογραφία ή στο ευθυμογράφημα …   Dictionary of Greek

  • Καραμπατσάκης, Εμμανουήλ — (Αθήνα 1935 –). Δημοσιογράφος και συγγραφέας. Σταδιοδρόμησε ως δημοσιογράφος συνεργαζόμενος με τις εφημερίδες Θεσσαλονίκη και Μακεδονία, το διεθνές ειδησεογραφικό πρακτορείο ειδήσεων Associated Press, το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ), το… …   Dictionary of Greek

  • ευθυμογραφικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ευθυμογράφημα: Ευθυμογραφικό ύφος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.